Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα breakin. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα breakin. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2012
Για σταματήστε μουσικοί
B-boy Battle στην Λεμεσό πριν κανένα μήνα
Απ'ότι κατάλαβα ππεφτε το ρεύμα της μουσικής τζαι αυτοσχεδίασεν το κοινό για να μπορούν να χορεύκουν.
Πρέπει νάταν σπαστικό για τον DJ αλλά εφάνηκεν ωραίος ο κόσμος.
Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2012
Για την Πώρωση & το Show
Εμιλούσα με έναν b-boy που εγνώρισα τζαμέ στο λαϊβ την Παρασκευή στην Λεμεσό. Επίνναμεν τες μπύρες μας τζαι είπεν μου μιαν απλή αλλά μεγάλη κουβέντα, εμιλούσεν για το b-boying στην Κύπρο αλλά ισχύει για ούλλα τα elements, κατακρίβεια ισχύει για πολλά πράματα, τζαι επίσης οϊ μόνο στην Κύπρο.
Λαλεί μου, σχεδον ούλλοι, το 90% ας πούμεν, κάμνουν το για να δειχτούν τζαι οϊ που πώρωση.
Εν να μπορούσες να μου πεις ε σιγά την μεγάλη κουβέντα, εν αυτονόητο. Αλλά πόσοι το ξιχάννουν τούτον εν το θέμαν. Κατακρίβεια πόσοι που ασχολούνται εν ενιώσαν ποττέ την πώρωση, ή αν την ενιώσαν κάποτε να τους κρατά τωρά εξηχάσαν την σαν να μεν υπήρχεν ποττέ αφού ο νους τους εν πας το show.
Γεννικά είτε στο ντιτζεϊλίκκι είτε στον χορό είτε στο μικρόφωνο την πώρωση σέβουμαι την παραπάνω που την τεχνική ή που οτιδίποτε άλλο γιατί μόνον η πώρωση εν ικανή να φύει τον εγωισμό που την μέση.
πωρώνω [poróno] -ομαι P1 : 1. στερώ από κπ. τα ηθικά του κριτήρια, τον κάνω τελείως αναίσθητο από ηθική άποψη: Πωρωμένος άνθρωπος. Πωρωμένη συνείδηση. || (επέκτ., για συναισθήματα): Έχει πωρωθεί έτσι που να μην αισθάνεται ούτε χαρά ούτε λύπη. 2. (οικ.) φανατίζω κπ., του προκαλώ έντονο πάθος για κτ.: Tον πώρωσε με τον κινηματογράφο και άρχισε να πηγαίνει σχεδόν κάθε μέρα. Πωρώθηκα με την ιστιοπλοΐα. [λόγ. < ελνστ. πωρ(ῶ) -ώνω, αρχ. σημ.: `δημιουργώ πώρο σε κάταγμα΄
Λαλεί μου, σχεδον ούλλοι, το 90% ας πούμεν, κάμνουν το για να δειχτούν τζαι οϊ που πώρωση.
Εν να μπορούσες να μου πεις ε σιγά την μεγάλη κουβέντα, εν αυτονόητο. Αλλά πόσοι το ξιχάννουν τούτον εν το θέμαν. Κατακρίβεια πόσοι που ασχολούνται εν ενιώσαν ποττέ την πώρωση, ή αν την ενιώσαν κάποτε να τους κρατά τωρά εξηχάσαν την σαν να μεν υπήρχεν ποττέ αφού ο νους τους εν πας το show.
Γεννικά είτε στο ντιτζεϊλίκκι είτε στον χορό είτε στο μικρόφωνο την πώρωση σέβουμαι την παραπάνω που την τεχνική ή που οτιδίποτε άλλο γιατί μόνον η πώρωση εν ικανή να φύει τον εγωισμό που την μέση.
πωρώνω [poróno] -ομαι P1 : 1. στερώ από κπ. τα ηθικά του κριτήρια, τον κάνω τελείως αναίσθητο από ηθική άποψη: Πωρωμένος άνθρωπος. Πωρωμένη συνείδηση. || (επέκτ., για συναισθήματα): Έχει πωρωθεί έτσι που να μην αισθάνεται ούτε χαρά ούτε λύπη. 2. (οικ.) φανατίζω κπ., του προκαλώ έντονο πάθος για κτ.: Tον πώρωσε με τον κινηματογράφο και άρχισε να πηγαίνει σχεδόν κάθε μέρα. Πωρώθηκα με την ιστιοπλοΐα. [λόγ. < ελνστ. πωρ(ῶ) -ώνω, αρχ. σημ.: `δημιουργώ πώρο σε κάταγμα΄
Τρίτη, Ιουνίου 26, 2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)